ευρυπυλής

εὐρυπυλής, -ές (Α)
αυτός που έχει πλατιές πύλες.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευρυ-* + πύλη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐρυπυλής — with broad gates masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐρυπύλης — Εὐρυπύλη fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυπυλεῖς — εὐρυπυλής with broad gates masc/fem acc pl εὐρυπυλής with broad gates masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυπυλές — εὐρυπυλής with broad gates masc/fem voc sg εὐρυπυλής with broad gates neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρυπυλοῦς — εὐρυπυλής with broad gates masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευρύπυλος — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς του Ορμένιου της Θεσσαλίας, γιος του Ευδαίμονα. Ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης. Εκστράτευσε εναντίον της Τροίας με 40 πλοία. Τον τραυμάτισε ο Πάρις, αλλά τον θεράπευσε ο Πάτροκλος. Ήταν ένας …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.